εξαφανίζω
•
- κάνω κάτι να είναι αθέατο, να μην μπορεί κανείς να το δει ή να το βρει Βικιλεξικό
- ο μάγος είπε τις μαγικές λέξεις και εξαφάνισε την τράπουλα
- κάνω κάτι να μην υπάρχει πια, εξαλείφω Βικιλεξικό
- μας υπόσχονται ότι οι νέες καλλιέργειες θα εξαφανίσουν το πρόβλημα της πείνας ...
- καταστρέφω, εξολοθρεύω Βικιλεξικό
- Η κλιματική αλλαγή απειλεί να εξαφανίσει παραθαλάσσιες πόλεις και νησιά
- νομικός όροςαναιρώ δικαστική απόφαση)]] Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαφανίζω < αρχαία ελληνική ἐξαφανίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαφανίζω | εξαφανίζεις | εξαφανίζει | εξαφανίζουμε | εξαφανίζετε | εξαφανίζουν / εξαφανίζουνε |
| Παρατατικός | εξαφάνιζα | εξαφάνιζες | εξαφάνιζε | εξαφανίζαμε | εξαφανίζατε | εξαφάνιζαν / εξαφανίζαν / εξαφανίζανε |
| Αόριστος | εξαφάνισα | εξαφάνισες | εξαφάνισε | εξαφανίσαμε | εξαφανίσατε | εξαφάνισαν / εξαφανίσαν / εξαφανίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαφανίζω / θα εξαφανίσω | θα εξαφανίζεις / θα εξαφανίσεις | θα εξαφανίζει / θα εξαφανίσει | θα εξαφανίζουμε / θα εξαφανίσουμε | θα εξαφανίζετε / θα εξαφανίσετε | θα εξαφανίζουν / θα εξαφανίζουνε / θα εξαφανίσουν / θα εξαφανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαφανίσει | έχεις εξαφανίσει | έχει εξαφανίσει | έχουμε εξαφανίσει | έχετε εξαφανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαφανίσει | είχες εξαφανίσει | είχε εξαφανίσει | είχαμε εξαφανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαφανίσει / να εξαφανίζω / να εξαφανίσω | να έχεις εξαφανίσει / να εξαφανίζεις / να εξαφανίσεις | να έχει εξαφανίσει / να εξαφανίζει / να εξαφανίσει | να έχουμε εξαφανίσει / να εξαφανίζουμε / να εξαφανίσουμε | να έχετε εξαφανίσει / να εξαφανίζετε / να εξαφανίσετε | να εξαφανίζουν / να εξαφανίζουνε / να εξαφανίσουν / να εξαφανίσουνε |
| Προστακτική | — | εξαφάνιζε / εξαφάνισε | — | — | εξαφανίζετε / εξαφανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →