εξαχνώνω
•
- φυσικήμετατρέπω άμεσα μια στερεή ουσία σε αέρια χωρίς να περάσει από υγρή φάση Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφανίζω ολοκληρωτικά κάτι, υλικό ή άυλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαχνώνω < εξ- + αχνός + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική sublimate)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαχνώνω | εξαχνώνεις | εξαχνώνει | εξαχνώνουμε | εξαχνώνετε | εξαχνώνουν / εξαχνώνουνε |
| Παρατατικός | εξάχνωνα | εξάχνωνες | εξάχνωνε | εξαχνώναμε | εξαχνώνατε | εξάχνωναν / εξαχνώναν / εξαχνώνανε |
| Αόριστος | εξάχνωσα | εξάχνωσες | εξάχνωσε | εξαχνώσαμε | εξαχνώσατε | εξάχνωσαν / εξαχνώσαν / εξαχνώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαχνώνω / θα εξαχνώσω | θα εξαχνώνεις / θα εξαχνώσεις | θα εξαχνώνει / θα εξαχνώσει | θα εξαχνώνουμε / θα εξαχνώσουμε | θα εξαχνώνετε / θα εξαχνώσετε | θα εξαχνώνουν / θα εξαχνώνουνε / θα εξαχνώσουν / θα εξαχνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαχνώσει | έχεις εξαχνώσει | έχει εξαχνώσει | έχουμε εξαχνώσει | έχετε εξαχνώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαχνώσει | είχες εξαχνώσει | είχε εξαχνώσει | είχαμε εξαχνώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαχνώσει / να εξαχνώνω / να εξαχνώσω | να έχεις εξαχνώσει / να εξαχνώνεις / να εξαχνώσεις | να έχει εξαχνώσει / να εξαχνώνει / να εξαχνώσει | να έχουμε εξαχνώσει / να εξαχνώνουμε / να εξαχνώσουμε | να έχετε εξαχνώσει / να εξαχνώνετε / να εξαχνώσετε | να εξαχνώνουν / να εξαχνώνουνε / να εξαχνώσουν / να εξαχνώσουνε |
| Προστακτική | — | εξάχνωνε / εξάχνωσε | — | — | εξαχνώνετε / εξαχνώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →