εξεγείρω
•
- κάνω κάποιον να επαναστατήσει, να ξεσηκωθεί με την άσχημη ή καταπιεστική συμπεριφορά μου Βικιλεξικό
- παρακινώ κάποιον να επαναστατήσει, να ξεσηκωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξεγείρω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξεγείρω (ξεσηκώνω απ' τον ύπνο, εξοργίζω, ξεσηκώνω) < ἐκ > ἐξ + ἐγείρω
Άλλοι τύποι
εξήγειραεξεγέρθηκαεξεγείρομαιεξεγερμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →