εξεικονίζομαι
•
- λόγιοαπεικονίζομαι, περιγράφομαι εμφατικά με εικόνες Βικιλεξικό
- Κέντρο τόσο του παλαιότερου όσο και του σημερινού βιβλίου θα παραμείνει η κατάθλιψη, που θα εξεικονιστεί σε αμφότερα χωρίς τον παραμικρό μελοδραματικό τόνο. (*)
Ετυμολογία
εξεικονίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος εξεικονίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξεικονίζομαι | εξεικονίζεσαι | εξεικονίζεται | εξεικονιζόμαστε | εξεικονίζεστε | εξεικονίζονται |
| Παρατατικός | εξεικονιζόμουν / εξεικονιζόμουνα | εξεικονιζόσουν / εξεικονιζόσουνα | εξεικονιζόταν / εξεικονιζότανε | εξεικονιζόμασταν / εξεικονιζόμαστε | εξεικονιζόσασταν / εξεικονιζόσαστε | εξεικονίζονταν / εξεικονιζόντουσαν |
| Αόριστος | εξεικονίστηκα | εξεικονίστηκες | εξεικονίστηκε | εξεικονιστήκαμε | εξεικονιστήκατε | εξεικονίστηκαν / εξεικονιστήκαν / εξεικονιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα εξεικονίζομαι / θα εξεικονιστώ | θα εξεικονίζεσαι / θα εξεικονιστείς | θα εξεικονίζεται / θα εξεικονιστεί | θα εξεικονιζόμαστε / θα εξεικονιστούμε | θα εξεικονίζεστε / θα εξεικονιστείτε | θα εξεικονίζονται / θα εξεικονιστούν / θα εξεικονιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξεικονιστεί | έχεις εξεικονιστεί | έχει εξεικονιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξεικονιστεί | είχες εξεικονιστεί | είχε εξεικονιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξεικονιστεί / να εξεικονίζομαι / να εξεικονιστώ | να έχεις εξεικονιστεί / να εξεικονίζεσαι / να εξεικονιστείς | να έχει εξεικονιστεί / να εξεικονίζεται / να εξεικονιστεί | να εξεικονιζόμαστε / να εξεικονιστούμε | να εξεικονίζεστε / να εξεικονιστείτε | να εξεικονίζονται / να εξεικονιστούν / να εξεικονιστούνε |
| Προστακτική | — | εξεικονίζου / εξεικονίσου | — | — | εξεικονίζεστε / εξεικονιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →