εξεικονίζω
•
- λόγιοαπεικονίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξεικονίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική εἰκών
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξεικονίζω | εξεικονίζεις | εξεικονίζει | εξεικονίζουμε | εξεικονίζετε | εξεικονίζουν / εξεικονίζουνε |
| Παρατατικός | εξεικόνιζα | εξεικόνιζες | εξεικόνιζε | εξεικονίζαμε | εξεικονίζατε | εξεικονίζαν / εξεικονίζανε / εξεικόνιζαν |
| Αόριστος | εξεικόνισα | εξεικόνισες | εξεικόνισε | εξεικονίσαμε | εξεικονίσατε | εξεικονίσαν / εξεικονίσανε / εξεικόνισαν |
| Μέλλοντας | θα εξεικονίζω / θα εξεικονίσω | θα εξεικονίζεις / θα εξεικονίσεις | θα εξεικονίζει / θα εξεικονίσει | θα εξεικονίζουμε / θα εξεικονίσουμε | θα εξεικονίζετε / θα εξεικονίσετε | θα εξεικονίζουν / θα εξεικονίζουνε / θα εξεικονίσουν / θα εξεικονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξεικονίσει | έχεις εξεικονίσει | έχει εξεικονίσει | έχουμε εξεικονίσει | έχετε εξεικονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξεικονίσει | είχες εξεικονίσει | είχε εξεικονίσει | είχαμε εξεικονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξεικονίσει / να εξεικονίζω / να εξεικονίσω | να έχεις εξεικονίσει / να εξεικονίζεις / να εξεικονίσεις | να έχει εξεικονίσει / να εξεικονίζει / να εξεικονίσει | να έχουμε εξεικονίσει / να εξεικονίζουμε / να εξεικονίσουμε | να έχετε εξεικονίσει / να εξεικονίζετε / να εξεικονίσετε | να εξεικονίζουν / να εξεικονίζουνε / να εξεικονίσουν / να εξεικονίσουνε |
| Προστακτική | — | εξεικόνιζε / εξεικόνισε | — | — | εξεικονίζετε / εξεικονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →