Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξεικονίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοαπεικονίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξεικονίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική εἰκών

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξεικονίζωεξεικονίζειςεξεικονίζειεξεικονίζουμεεξεικονίζετεεξεικονίζουν / εξεικονίζουνε
Παρατατικόςεξεικόνιζαεξεικόνιζεςεξεικόνιζεεξεικονίζαμεεξεικονίζατεεξεικονίζαν / εξεικονίζανε / εξεικόνιζαν
Αόριστοςεξεικόνισαεξεικόνισεςεξεικόνισεεξεικονίσαμεεξεικονίσατεεξεικονίσαν / εξεικονίσανε / εξεικόνισαν
Μέλλονταςθα εξεικονίζω / θα εξεικονίσωθα εξεικονίζεις / θα εξεικονίσειςθα εξεικονίζει / θα εξεικονίσειθα εξεικονίζουμε / θα εξεικονίσουμεθα εξεικονίζετε / θα εξεικονίσετεθα εξεικονίζουν / θα εξεικονίζουνε / θα εξεικονίσουν / θα εξεικονίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξεικονίσειέχεις εξεικονίσειέχει εξεικονίσειέχουμε εξεικονίσειέχετε εξεικονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξεικονίσειείχες εξεικονίσειείχε εξεικονίσειείχαμε εξεικονίσει——
Υποτακτικήνα έχω εξεικονίσει / να εξεικονίζω / να εξεικονίσωνα έχεις εξεικονίσει / να εξεικονίζεις / να εξεικονίσειςνα έχει εξεικονίσει / να εξεικονίζει / να εξεικονίσεινα έχουμε εξεικονίσει / να εξεικονίζουμε / να εξεικονίσουμενα έχετε εξεικονίσει / να εξεικονίζετε / να εξεικονίσετενα εξεικονίζουν / να εξεικονίζουνε / να εξεικονίσουν / να εξεικονίσουνε
Προστακτική—εξεικόνιζε / εξεικόνισε——εξεικονίζετε / εξεικονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →