εξελιξιμότητα
•
- το να υπάρχει εξέλιξη· η ικανότητα να εξελίσσεσαι Βικιλεξικό
- ο βαθμός προσαρμογής κατά την εξέλιξη, η προσαρμοστικότητα ενός είδους κατά την εξέλιξή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξελιξιμότητα < εξελίξιμ(ος) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξελιξιμότητα | εξελιξιμότητες |
| Γενική | εξελιξιμότητας | εξελιξιμοτήτων |
| Αιτιατική | εξελιξιμότητα | εξελιξιμότητες |
| Κλητική | εξελιξιμότητα | εξελιξιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →