εξεργασία
•
- σπάνιοσυνώνυμο του επεξεργασία το αποτέλεσμα του εξεργάζομαι Βικιλεξικό
- ιατρικήεμφάνιση όγκου ή άλλης παθολογικής κατάστασης στον οργανισμό Βικιλεξικό
- Οι χωροκατακτητικές εξεργασίες του εγκεφάλου, με ολοένα και αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισής τους στον ανθρώπινο πληθυσμό, αποτελούν μια νοσολογική οντότητα με πολύπλευρη αντιμετώπιση.
Ετυμολογία
εξεργασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξεργασία. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + εργασία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξεργασία | εξεργασίες |
| Γενική | εξεργασίας | εξεργασιών |
| Αιτιατική | εξεργασία | εξεργασίες |
| Κλητική | εξεργασία | εξεργασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →