Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξεργασία

/e.kseɾ.ɣaˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοσυνώνυμο του επεξεργασία το αποτέλεσμα του εξεργάζομαι Βικιλεξικό
  2. ιατρικήεμφάνιση όγκου ή άλλης παθολογικής κατάστασης στον οργανισμό Βικιλεξικό
    • Οι χωροκατακτητικές εξεργασίες του εγκεφάλου, με ολοένα και αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισής τους στον ανθρώπινο πληθυσμό, αποτελούν μια νοσολογική οντότητα με πολύπλευρη αντιμετώπιση.

Ετυμολογία

εξεργασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξεργασία. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + εργασία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξεργασίαεξεργασίες
Γενικήεξεργασίαςεξεργασιών
Αιτιατικήεξεργασίαεξεργασίες
Κλητικήεξεργασίαεξεργασίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →