εξερεθίζω
•
- λόγιοεξοργίζω, νευριάζω, τσατίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξερεθίζω < αρχαία ελληνική ἐξερεθίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξερεθίζω | εξερεθίζεις | εξερεθίζει | εξερεθίζουμε | εξερεθίζετε | εξερεθίζουν / εξερεθίζουνε |
| Παρατατικός | εξερέθιζα | εξερέθιζες | εξερέθιζε | εξερεθίζαμε | εξερεθίζατε | εξερέθιζαν / εξερεθίζαν / εξερεθίζανε |
| Αόριστος | εξερέθισα | εξερέθισες | εξερέθισε | εξερεθίσαμε | εξερεθίσατε | εξερέθισαν / εξερεθίσαν / εξερεθίσανε |
| Μέλλοντας | θα εξερεθίζω / θα εξερεθίσω | θα εξερεθίζεις / θα εξερεθίσεις | θα εξερεθίζει / θα εξερεθίσει | θα εξερεθίζουμε / θα εξερεθίσουμε | θα εξερεθίζετε / θα εξερεθίσετε | θα εξερεθίζουν / θα εξερεθίζουνε / θα εξερεθίσουν / θα εξερεθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξερεθίσει | έχεις εξερεθίσει | έχει εξερεθίσει | έχουμε εξερεθίσει | έχετε εξερεθίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξερεθίσει | είχες εξερεθίσει | είχε εξερεθίσει | είχαμε εξερεθίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξερεθίσει / να εξερεθίζω / να εξερεθίσω | να έχεις εξερεθίσει / να εξερεθίζεις / να εξερεθίσεις | να έχει εξερεθίσει / να εξερεθίζει / να εξερεθίσει | να έχουμε εξερεθίσει / να εξερεθίζουμε / να εξερεθίσουμε | να έχετε εξερεθίσει / να εξερεθίζετε / να εξερεθίσετε | να εξερεθίζουν / να εξερεθίζουνε / να εξερεθίσουν / να εξερεθίσουνε |
| Προστακτική | — | εξερέθιζε / εξερέθισε | — | — | εξερεθίζετε / εξερεθίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →