εξευγενισμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξευγενίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξευγενισμός < εξευγενίζ(ω) + -μός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική ennoblissement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξευγενισμός | εξευγενισμοί |
| Γενική | εξευγενισμού | εξευγενισμών |
| Αιτιατική | εξευγενισμό | εξευγενισμούς |
| Κλητική | εξευγενισμέ | εξευγενισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →