Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξευρωπαΐζω

/e.kse.vɾo.paˈi.zo/ρήμα
•
  1. θέτω σε λειτουργία μηχανισμούς που μετατρέπουν το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό προφίλ μιας χώρας - ενός λαού σύμφωνα με τα θεωρούμενα ανώτερα πρότυπα της βόρειας και δυτικης Ευρώπης. Βικιλεξικό
  2. αναπτύσσω, εκσυγχρονίζω και ως ένα βαθμό αρχικά, εκπολιτίζω, σε αντιδιαστολή προς το «ανατολίτικο» και βαλκανικό προφίλ της χώρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξευρωπαΐζω < εξ- + Ευρωπαίος + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική européaniser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξευρωπαΐζωεξευρωπαΐζειςεξευρωπαΐζειεξευρωπαΐζουμεεξευρωπαΐζετεεξευρωπαΐζουν / εξευρωπαΐζουνε
Παρατατικόςεξευρωπάιζαεξευρωπάιζεςεξευρωπάιζεεξευρωπαΐζαμεεξευρωπαΐζατεεξευρωπάιζαν / εξευρωπαΐζαν / εξευρωπαΐζανε
Αόριστοςεξευρωπάισαεξευρωπάισεςεξευρωπάισεεξευρωπαΐσαμεεξευρωπαΐσατεεξευρωπάισαν / εξευρωπαΐσαν / εξευρωπαΐσανε
Μέλλονταςθα εξευρωπαΐζω / θα εξευρωπαΐσωθα εξευρωπαΐζεις / θα εξευρωπαΐσειςθα εξευρωπαΐζει / θα εξευρωπαΐσειθα εξευρωπαΐζουμε / θα εξευρωπαΐσουμεθα εξευρωπαΐζετε / θα εξευρωπαΐσετεθα εξευρωπαΐζουν / θα εξευρωπαΐζουνε / θα εξευρωπαΐσουν / θα εξευρωπαΐσουνε
Παρακείμενοςέχω εξευρωπαΐσειέχεις εξευρωπαΐσειέχει εξευρωπαΐσειέχουμε εξευρωπαΐσειέχετε εξευρωπαΐσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξευρωπαΐσειείχες εξευρωπαΐσειείχε εξευρωπαΐσειείχαμε εξευρωπαΐσει——
Υποτακτικήνα έχω εξευρωπαΐσει / να εξευρωπαΐζω / να εξευρωπαΐσωνα έχεις εξευρωπαΐσει / να εξευρωπαΐζεις / να εξευρωπαΐσειςνα έχει εξευρωπαΐσει / να εξευρωπαΐζει / να εξευρωπαΐσεινα έχουμε εξευρωπαΐσει / να εξευρωπαΐζουμε / να εξευρωπαΐσουμενα έχετε εξευρωπαΐσει / να εξευρωπαΐζετε / να εξευρωπαΐσετενα εξευρωπαΐζουν / να εξευρωπαΐζουνε / να εξευρωπαΐσουν / να εξευρωπαΐσουνε
Προστακτική—εξευρωπάιζε / εξευρωπάισε——εξευρωπαΐζετε / εξευρωπαΐστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →