Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξηκοντούτις

/e.ksi.konˈdu.tis/ουσιαστικό
•
  1. λόγιοθηλυκό του εξηκοντούτης Βικιλεξικό
  2. λόγιοθηλυκό του εξηκοντούτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξηκοντούτις < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἑξηκοντοῦτις < αρχαία ελληνική ἑξηκοντού(της) + -τις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξηκοντούτιςεξηκοντούτιδες
Γενικήεξηκοντούτιδας / εξηκοντούτιδοςεξηκοντουτίδων / εξηκοντούτιδων
Αιτιατικήεξηκοντούτιδαεξηκοντούτιδες
Κλητικήεξηκοντούτι / εξηκοντούτι εξηκοντούτιςεξηκοντούτιδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →