Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξηλεκτρίζω

ρήμα
•
  1. παρέχω τη δυνατότητα χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργώντας τις σχετικές υποδομές Βικιλεξικό
  2. χρησιμοποιώ την ηλεκτρική ενέργεια αντί κάποια άλλης πηγής ενέργειας Βικιλεξικό
    • Το γεγονός ότι συμπεριλήφθηκαν οι σιδηρόδρομοι στους στόχους για την ανανεώσιμη ενέργεια πάντως επικρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αφού μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου έχει ήδη εξηλεκτριστεί. (avgi.gr, 19/12/2017)

Ετυμολογία

εξηλεκτρίζω < εξ- + ηλεκτρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξηλεκτρίζωεξηλεκτρίζειςεξηλεκτρίζειεξηλεκτρίζουμεεξηλεκτρίζετεεξηλεκτρίζουν / εξηλεκτρίζουνε
Παρατατικόςεξηλέκτριζαεξηλέκτριζεςεξηλέκτριζεεξηλεκτρίζαμεεξηλεκτρίζατεεξηλέκτριζαν / εξηλεκτρίζαν / εξηλεκτρίζανε
Αόριστοςεξηλέκτρισαεξηλέκτρισεςεξηλέκτρισεεξηλεκτρίσαμεεξηλεκτρίσατεεξηλέκτρισαν / εξηλεκτρίσαν / εξηλεκτρίσανε
Μέλλονταςθα εξηλεκτρίζω / θα εξηλεκτρίσωθα εξηλεκτρίζεις / θα εξηλεκτρίσειςθα εξηλεκτρίζει / θα εξηλεκτρίσειθα εξηλεκτρίζουμε / θα εξηλεκτρίσουμεθα εξηλεκτρίζετε / θα εξηλεκτρίσετεθα εξηλεκτρίζουν / θα εξηλεκτρίζουνε / θα εξηλεκτρίσουν / θα εξηλεκτρίσουνε
Παρακείμενοςέχω εξηλεκτρίσειέχεις εξηλεκτρίσειέχει εξηλεκτρίσειέχουμε εξηλεκτρίσειέχετε εξηλεκτρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξηλεκτρίσειείχες εξηλεκτρίσειείχε εξηλεκτρίσειείχαμε εξηλεκτρίσει——
Υποτακτικήνα έχω εξηλεκτρίσει / να εξηλεκτρίζω / να εξηλεκτρίσωνα έχεις εξηλεκτρίσει / να εξηλεκτρίζεις / να εξηλεκτρίσειςνα έχει εξηλεκτρίσει / να εξηλεκτρίζει / να εξηλεκτρίσεινα έχουμε εξηλεκτρίσει / να εξηλεκτρίζουμε / να εξηλεκτρίσουμενα έχετε εξηλεκτρίσει / να εξηλεκτρίζετε / να εξηλεκτρίσετενα εξηλεκτρίζουν / να εξηλεκτρίζουνε / να εξηλεκτρίσουν / να εξηλεκτρίσουνε
Προστακτική—εξηλέκτριζε / εξηλέκτρισε——εξηλεκτρίζετε / εξηλεκτρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →