εξιδανικεύω
•
- ανυψώνω κάτι σε ιδεώδη μορφή, το θεωρώ ιδανικό Βικιλεξικό
- ωραιοποιώ κάποιον ή κάτι, του αφαιρώ καθετί αρνητικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξιδανικεύω < εξ- + ιδανικεύω < ιδανικό + -εύω < ιδανικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἰδέα < ἰδεῖν < εἶδον < εἴδω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *weyd- (βλέπω, γνωρίζω) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική idéaliser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξιδανικεύω | εξιδανικεύεις | εξιδανικεύει | εξιδανικεύουμε | εξιδανικεύετε | εξιδανικεύουν / εξιδανικεύουνε |
| Παρατατικός | εξιδανίκευα | εξιδανίκευες | εξιδανίκευε | εξιδανικεύαμε | εξιδανικεύατε | εξιδανίκευαν / εξιδανικεύαν / εξιδανικεύανε |
| Αόριστος | εξιδανίκευσα | εξιδανίκευσες | εξιδανίκευσε | εξιδανικεύσαμε | εξιδανικεύσατε | εξιδανίκευσαν / εξιδανικεύσαν / εξιδανικεύσανε |
| Μέλλοντας | θα εξιδανικεύσω / θα εξιδανικεύω | θα εξιδανικεύεις / θα εξιδανικεύσεις | θα εξιδανικεύει / θα εξιδανικεύσει | θα εξιδανικεύουμε / θα εξιδανικεύσουμε | θα εξιδανικεύετε / θα εξιδανικεύσετε | θα εξιδανικεύουν / θα εξιδανικεύουνε / θα εξιδανικεύσουν / θα εξιδανικεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξιδανικεύσει | έχεις εξιδανικεύσει | έχει εξιδανικεύσει | έχουμε εξιδανικεύσει | έχετε εξιδανικεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξιδανικεύσει | είχες εξιδανικεύσει | είχε εξιδανικεύσει | είχαμε εξιδανικεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξιδανικεύσει / να εξιδανικεύσω / να εξιδανικεύω | να έχεις εξιδανικεύσει / να εξιδανικεύεις / να εξιδανικεύσεις | να έχει εξιδανικεύσει / να εξιδανικεύει / να εξιδανικεύσει | να έχουμε εξιδανικεύσει / να εξιδανικεύουμε / να εξιδανικεύσουμε | να έχετε εξιδανικεύσει / να εξιδανικεύετε / να εξιδανικεύσετε | να εξιδανικεύουν / να εξιδανικεύουνε / να εξιδανικεύσουν / να εξιδανικεύσουνε |
| Προστακτική | — | εξιδανίκευε / εξιδανίκευσε | — | — | εξιδανικεύετε / εξιδανικεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →