Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξιλαστήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου γίνεται για εξιλασμό, για εξιλέωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξιλαστήριος < ελληνιστική κοινή ἐξιλαστήριος < αρχαία ελληνική ἐξιλάσκομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξιλαστήριοςεξιλαστήριαεξιλαστήριο
Γενικήεξιλαστήριουεξιλαστήριαςεξιλαστήριου
Αιτιατικήεξιλαστήριοεξιλαστήριαεξιλαστήριο
Κλητικήεξιλαστήριεεξιλαστήριαεξιλαστήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξιλαστήριοιεξιλαστήριεςεξιλαστήρια
Γενικήεξιλαστήριωνεξιλαστήριωνεξιλαστήριων
Αιτιατικήεξιλαστήριουςεξιλαστήριεςεξιλαστήρια
Κλητικήεξιλαστήριοιεξιλαστήριεςεξιλαστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →