εξιλεώνω
•
- συνήθως μεσοπαθητικήαπαλλάσσω από αμάρτημα, σφάλμα ή ενοχή Βικιλεξικό
- 1937 Πηνελόπη Δέλτα, Στὰ μυστικὰ τοῦ βάλτου, Κεφάλαιο ΚΓ΄
- σπάνιοκαταπραΰνω κάποιον που είναι οργισμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξιλεώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐξιλεώνω < αρχαία ελληνική ἐξιλεῶ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξιλεώνω | εξιλεώνεις | εξιλεώνει | εξιλεώνουμε | εξιλεώνετε | εξιλεώνουν / εξιλεώνουνε |
| Παρατατικός | εξιλέωνα | εξιλέωνες | εξιλέωνε | εξιλεώναμε | εξιλεώνατε | εξιλέωναν / εξιλεώναν / εξιλεώνανε |
| Αόριστος | εξιλέωσα | εξιλέωσες | εξιλέωσε | εξιλεώσαμε | εξιλεώσατε | εξιλέωσαν / εξιλεώσαν / εξιλεώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξιλεώνω / θα εξιλεώσω | θα εξιλεώνεις / θα εξιλεώσεις | θα εξιλεώνει / θα εξιλεώσει | θα εξιλεώνουμε / θα εξιλεώσουμε | θα εξιλεώνετε / θα εξιλεώσετε | θα εξιλεώνουν / θα εξιλεώνουνε / θα εξιλεώσουν / θα εξιλεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξιλεώσει | έχεις εξιλεώσει | έχει εξιλεώσει | έχουμε εξιλεώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξιλεώσει | είχες εξιλεώσει | είχε εξιλεώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξιλεώσει / να εξιλεώνω / να εξιλεώσω | να έχεις εξιλεώσει / να εξιλεώνεις / να εξιλεώσεις | να έχει εξιλεώσει / να εξιλεώνει / να εξιλεώσει | να έχουμε εξιλεώσει / να εξιλεώνουμε / να εξιλεώσουμε | να εξιλεώνετε / να εξιλεώσετε | να εξιλεώνουν / να εξιλεώνουνε / να εξιλεώσουν / να εξιλεώσουνε |
| Προστακτική | — | εξιλέωνε / εξιλέωσε | — | — | εξιλεώνετε / εξιλεώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξιλεώθηκαεξιλεώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →