εξισλαμισμός
•
- θρησκείαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξισλαμίζω, η προσχώρηση στη μουσουλμανική θρησκεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξισλαμισμός < εξισλαμίζ(ω) + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξισλαμισμός | εξισλαμισμοί |
| Γενική | εξισλαμισμού | εξισλαμισμών |
| Αιτιατική | εξισλαμισμό | εξισλαμισμούς |
| Κλητική | εξισλαμισμέ | εξισλαμισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →