εξισώνω
•
- κάνω κάτι ίσο με κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξισώνω < αρχαία ελληνική ἐξισόω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξισώνω | εξισώνεις | εξισώνει | εξισώνουμε | εξισώνετε | εξισώνουν / εξισώνουνε |
| Παρατατικός | εξίσωνα | εξίσωνες | εξίσωνε | εξισώναμε | εξισώνατε | εξίσωναν / εξισώναν / εξισώνανε |
| Αόριστος | εξίσωσα | εξίσωσες | εξίσωσε | εξισώσαμε | εξισώσατε | εξίσωσαν / εξισώσαν / εξισώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξισώνω / θα εξισώσω | θα εξισώνεις / θα εξισώσεις | θα εξισώνει / θα εξισώσει | θα εξισώνουμε / θα εξισώσουμε | θα εξισώνετε / θα εξισώσετε | θα εξισώνουν / θα εξισώνουνε / θα εξισώσουν / θα εξισώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξισώσει | έχεις εξισώσει | έχει εξισώσει | έχουμε εξισώσει | έχετε εξισώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξισώσει | είχες εξισώσει | είχε εξισώσει | είχαμε εξισώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξισώσει / να εξισώνω / να εξισώσω | να έχεις εξισώσει / να εξισώνεις / να εξισώσεις | να έχει εξισώσει / να εξισώνει / να εξισώσει | να έχουμε εξισώσει / να εξισώνουμε / να εξισώσουμε | να έχετε εξισώσει / να εξισώνετε / να εξισώσετε | να εξισώνουν / να εξισώνουνε / να εξισώσουν / να εξισώσουνε |
| Προστακτική | — | εξίσωνε / εξίσωσε | — | — | εξισώνετε / εξισώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →