εξοίδηση
•
- το πρήξιμο, το φούσκωμα Βικιλεξικό
- ιατρικήη αύξηση του όγκου κάποιου τμήματος του σώματος που οφείλεται κυρίως σε παθολογικές αιτίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξοίδηση < εξ + οίδηση ‹ οιδέω ‹ οίδος < οίδημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξοίδηση | εξοιδήσεις |
| Γενική | εξοίδησης | εξοιδήσεων |
| Αιτιατική | εξοίδηση | εξοιδήσεις |
| Κλητική | εξοίδηση | εξοιδήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →