εξοικονόμηση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξοικονομώ, το να κάνω οικονομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξοικονόμηση < θέμα εξοικονομη- (< εξοικονομώ) + -σις < -ση. Διαφορετικό το ελληνιστικό ἐξοικονόμησις ("αποξένωση").. Μορφολογικά, αναλύεται σε εξ- (εκ) + οἶκος + νέμω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξοικονόμηση | εξοικονομήσεις |
| Γενική | εξοικονόμησης | εξοικονομήσεων |
| Αιτιατική | εξοικονόμηση | εξοικονομήσεις |
| Κλητική | εξοικονόμηση | εξοικονομήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →