Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξοκέλλω

/e.ksoˈce.lo/ρήμα
•
  1. για πλεούμενοναυαγώ στην ακτή, προσαράζω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπαραστρατώ, παρεκτρέπομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξοκέλλω < αρχαία ελληνική ἐξοκέλλω < ἐξ (εξ-) + ὀκέλλω (προσαράζω -για πλοία-) → δείτε τη λέξη κέλλω

Άλλοι τύποι

εξόκειλαεξώκειλαξώκειλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ἐξοκέλλω

ρήμα
•
  1. αμετάβατοεξοκέλλω, προσαράζω, πέφτω σε ξηρά Βικιλεξικό
    • 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 182
  2. μεταβατικόρίχνω πλεούμενο στην ξηρά Βικιλεξικό
  3. μεταβατικόσπρώχνω κάποιον προς κάτι Βικιλεξικό
    • 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Τρῳάδες, 137 (136-137) Κείμενο & Μετάφραση, αναθεωρημένη έκδοση (1972) Οι Τρωαδίτισσες: Θρασύβουλος Σταύρου, 1η έκδοση (1952) @greek‑language.gr

Ετυμολογία

ἐξοκέλλω < ἐξ- με σημασία: ...(Χρειάζεται επεξεργασία) + ὀκέλλω (προσαράζω -για πλοία-) → δείτε τη λέξη κέλλω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →