εξοκέλλω
•
- για πλεούμενοναυαγώ στην ακτή, προσαράζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαραστρατώ, παρεκτρέπομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξοκέλλω < αρχαία ελληνική ἐξοκέλλω < ἐξ (εξ-) + ὀκέλλω (προσαράζω -για πλοία-) → δείτε τη λέξη κέλλω
Άλλοι τύποι
εξόκειλαεξώκειλαξώκειλα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →