εξολισθητικός
•
- λόγιοπου έχει σχέση με το εξολίσθηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξολισθητικός < εξολισθάνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξολισθητικός | εξολισθητική | εξολισθητικό |
| Γενική | εξολισθητικού | εξολισθητικής | εξολισθητικού |
| Αιτιατική | εξολισθητικό | εξολισθητική | εξολισθητικό |
| Κλητική | εξολισθητικέ | εξολισθητική | εξολισθητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξολισθητικοί | εξολισθητικές | εξολισθητικά |
| Γενική | εξολισθητικών | εξολισθητικών | εξολισθητικών |
| Αιτιατική | εξολισθητικούς | εξολισθητικές | εξολισθητικά |
| Κλητική | εξολισθητικοί | εξολισθητικές | εξολισθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →