εξολκέας
•
- εργαλείο που χρησιμοποιείται για την εξαγωγή αντικειμένου που είναι σφηνωμένο Βικιλεξικό
- εξάρτημα αρκετών πυροβόλων όπλων το οποίο βγάζει τον άδειο κάλυκα μετά τη χρήση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξολκέας < εξ- + αρχαία ελληνική ὁλκή + -έας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξολκέας | εξολκείς |
| Γενική | εξολκέα | εξολκέων |
| Αιτιατική | εξολκέα | εξολκείς |
| Κλητική | εξολκέα | εξολκείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →