εξολοκλήρου
•
- τελείως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξολοκλήρου < μεσαιωνική ελληνική ἐξολοκλήρου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εξολοκλήρου < μεσαιωνική ελληνική ἐξολοκλήρου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →