εξομολογημένος
•
- για έγκλημα ή αμαρτία που το έχω εξομολογηθεί Βικιλεξικό
- αμαρτία εξομολογημένη αμαρτία δεν είναι
- για άνθρωπο που έχει εξομοληγηθεί, που έχει συμμετάσχει στο μυστήριο της εξομολόγησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξομολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου εξομολογώ, εξομολογούμαι και εξομολογιέμαι
Άλλοι τύποι
εξομολογημέναεξομολογημένεεξομολογημένεςεξομολογημένηεξομολογημένηςεξομολογημένοεξομολογημένοιεξομολογημένοςεξομολογημένουεξομολογημένουςεξομολογημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →