εξομολογητικός
•
- θρησκείαπου έχει σχέση με την εξομολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοεξομολογητική: (θρησκεία) μάθημα της θεολογικής σχολής που αγορά στο μυστήριο της εξομολογήσεως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξομολογητικός < εξομολογώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξομολογητικός | εξομολογητική | εξομολογητικό |
| Γενική | εξομολογητικού | εξομολογητικής | εξομολογητικού |
| Αιτιατική | εξομολογητικό | εξομολογητική | εξομολογητικό |
| Κλητική | εξομολογητικέ | εξομολογητική | εξομολογητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξομολογητικοί | εξομολογητικές | εξομολογητικά |
| Γενική | εξομολογητικών | εξομολογητικών | εξομολογητικών |
| Αιτιατική | εξομολογητικούς | εξομολογητικές | εξομολογητικά |
| Κλητική | εξομολογητικοί | εξομολογητικές | εξομολογητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →