Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξομολογητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θρησκείαπου έχει σχέση με την εξομολόγηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοεξομολογητική: (θρησκεία) μάθημα της θεολογικής σχολής που αγορά στο μυστήριο της εξομολογήσεως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξομολογητικός < εξομολογώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξομολογητικόςεξομολογητικήεξομολογητικό
Γενικήεξομολογητικούεξομολογητικήςεξομολογητικού
Αιτιατικήεξομολογητικόεξομολογητικήεξομολογητικό
Κλητικήεξομολογητικέεξομολογητικήεξομολογητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξομολογητικοίεξομολογητικέςεξομολογητικά
Γενικήεξομολογητικώνεξομολογητικώνεξομολογητικών
Αιτιατικήεξομολογητικούςεξομολογητικέςεξομολογητικά
Κλητικήεξομολογητικοίεξομολογητικέςεξομολογητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →