Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξοργιστικά

/e.ksoɾ.ʝi.stiˈka/επίρρημα
•
  1. με εξοργιστικό τρόπο, σε βαθμό που σε εξοργίζει Βικιλεξικό
    • Πριν από μερικούς μήνες είδαμε με έκπληξη τη θρασύτατη εισβολή των εξοργιστικά πλουσιοπάροχα αμειβομένων υπαλλήλων της Βουλής στην αίθουσα του Κοινοβουλίου με σκοπό να αποτρέψουν την ένταξή τους στο ενιαίο μισθολόγιο. (*)

Ετυμολογία

εξοργιστικά < εξοργιστικός + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →