Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξορυκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εξόρυξη, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξορυκτικός < εξορύσσω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξορυκτικόςεξορυκτικήεξορυκτικό
Γενικήεξορυκτικούεξορυκτικήςεξορυκτικού
Αιτιατικήεξορυκτικόεξορυκτικήεξορυκτικό
Κλητικήεξορυκτικέεξορυκτικήεξορυκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξορυκτικοίεξορυκτικέςεξορυκτικά
Γενικήεξορυκτικώνεξορυκτικώνεξορυκτικών
Αιτιατικήεξορυκτικούςεξορυκτικέςεξορυκτικά
Κλητικήεξορυκτικοίεξορυκτικέςεξορυκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →