εξορυκτικός
•
- που έχει σχέση με εξόρυξη, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξορυκτικός < εξορύσσω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξορυκτικός | εξορυκτική | εξορυκτικό |
| Γενική | εξορυκτικού | εξορυκτικής | εξορυκτικού |
| Αιτιατική | εξορυκτικό | εξορυκτική | εξορυκτικό |
| Κλητική | εξορυκτικέ | εξορυκτική | εξορυκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξορυκτικοί | εξορυκτικές | εξορυκτικά |
| Γενική | εξορυκτικών | εξορυκτικών | εξορυκτικών |
| Αιτιατική | εξορυκτικούς | εξορυκτικές | εξορυκτικά |
| Κλητική | εξορυκτικοί | εξορυκτικές | εξορυκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →