εξοστρακισμός
•
- o οστρακισμός, η εξορία Βικιλεξικό
- η αλλαγή πορείας ενός αντικειμένου που κινείται με μεγάλη ταχύτητα (πχ βλήμα πυροβόλου όπλου) έπειτα από πρόσκρουσή του σε σκληρή επιφάνεια Βικιλεξικό
- πρόσκρουση-κρούση αντικειμένου σε σκληρή επιφάνεια ή άλλο αντικείμενο με αποτέλεσμα την αλλαγή πορείας του
Ετυμολογία
εξοστρακισμός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐξοστρακίζω < ἐξ + ὀστρακίζω < ὄστρακον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξοστρακισμός | εξοστρακισμοί |
| Γενική | εξοστρακισμού | εξοστρακισμών |
| Αιτιατική | εξοστρακισμό | εξοστρακισμούς |
| Κλητική | εξοστρακισμέ | εξοστρακισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →