Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξοστρακισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. o οστρακισμός, η εξορία Βικιλεξικό
  2. η αλλαγή πορείας ενός αντικειμένου που κινείται με μεγάλη ταχύτητα (πχ βλήμα πυροβόλου όπλου) έπειτα από πρόσκρουσή του σε σκληρή επιφάνεια Βικιλεξικό
    • πρόσκρουση-κρούση αντικειμένου σε σκληρή επιφάνεια ή άλλο αντικείμενο με αποτέλεσμα την αλλαγή πορείας του

Ετυμολογία

εξοστρακισμός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐξοστρακίζω < ἐξ + ὀστρακίζω < ὄστρακον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξοστρακισμόςεξοστρακισμοί
Γενικήεξοστρακισμούεξοστρακισμών
Αιτιατικήεξοστρακισμόεξοστρακισμούς
Κλητικήεξοστρακισμέεξοστρακισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →