εξουδετερώνω
•
- εξαφανίζω τα αρνητικά ή βλαπτικά αποτελέσματα μιας ενέργειας, ενός πράγματος κ.λπ. Βικιλεξικό
- Ο πολιτισμός δίνει ανάσες, «εξουδετερώνει» προσωρινά το πολιτικό ναρκοπέδιο τη δεκαετία του 1960. Η εγκιβωτισμένη εκρηκτική ύλη είναι όμως εκεί. και Η Ένωση Κέντρου έχει μόλις γεννηθεί, θεωρείται ευάλωτη, ψαθυρή. (Ελευθερία Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη. Μαρτυρίες και αφηγήσεις για τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη 1957-2017, 2023)
- χημείαμετατρέπω ένα διάλυμα σε ουδέτερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξουδετερώνω < εξ- + ουδέτερ(ος) + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική neutraliser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξουδετερώνω | εξουδετερώνεις | εξουδετερώνει | εξουδετερώνουμε | εξουδετερώνετε | εξουδετερώνουν / εξουδετερώνουνε |
| Παρατατικός | εξουδετέρωνα | εξουδετέρωνες | εξουδετέρωνε | εξουδετερώναμε | εξουδετερώνατε | εξουδετέρωναν / εξουδετερώναν / εξουδετερώνανε |
| Αόριστος | εξουδετέρωσα | εξουδετέρωσες | εξουδετέρωσε | εξουδετερώσαμε | εξουδετερώσατε | εξουδετέρωσαν / εξουδετερώσαν / εξουδετερώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξουδετερώνω / θα εξουδετερώσω | θα εξουδετερώνεις / θα εξουδετερώσεις | θα εξουδετερώνει / θα εξουδετερώσει | θα εξουδετερώνουμε / θα εξουδετερώσουμε | θα εξουδετερώνετε / θα εξουδετερώσετε | θα εξουδετερώνουν / θα εξουδετερώνουνε / θα εξουδετερώσουν / θα εξουδετερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξουδετερώσει | έχεις εξουδετερώσει | έχει εξουδετερώσει | έχουμε εξουδετερώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξουδετερώσει | είχες εξουδετερώσει | είχε εξουδετερώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξουδετερώσει / να εξουδετερώνω / να εξουδετερώσω | να έχεις εξουδετερώσει / να εξουδετερώνεις / να εξουδετερώσεις | να έχει εξουδετερώσει / να εξουδετερώνει / να εξουδετερώσει | να έχουμε εξουδετερώσει / να εξουδετερώνουμε / να εξουδετερώσουμε | να εξουδετερώνετε / να εξουδετερώσετε | να εξουδετερώνουν / να εξουδετερώνουνε / να εξουδετερώσουν / να εξουδετερώσουνε |
| Προστακτική | — | εξουδετέρωνε / εξουδετέρωσε | — | — | εξουδετερώνετε / εξουδετερώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξουδετερώθηκαεξουδετερώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →