εξουθενώνομαι
•
- κουράζομαι υπερβολικά, μπαϊλντίζομαι Βικιλεξικό
- εκμηδενίζομαι, ξοδεύομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξουθενώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος εξουθενώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξουθενώνομαι | εξουθενώνεσαι | εξουθενώνεται | εξουθενωνόμαστε | εξουθενώνεστε | εξουθενώνονται |
| Παρατατικός | εξουθενωνόμουν / εξουθενωνόμουνα | εξουθενωνόσουν / εξουθενωνόσουνα | εξουθενωνόταν / εξουθενωνότανε | εξουθενωνόμασταν / εξουθενωνόμαστε | εξουθενωνόσασταν / εξουθενωνόσαστε | εξουθενωνόντουσαν / εξουθενώνονταν |
| Αόριστος | εξουθενώθηκα | εξουθενώθηκες | εξουθενώθηκε | εξουθενωθήκαμε | εξουθενωθήκατε | εξουθενωθήκαν / εξουθενωθήκανε / εξουθενώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα εξουθενωθώ / θα εξουθενώνομαι | θα εξουθενωθείς / θα εξουθενώνεσαι | θα εξουθενωθεί / θα εξουθενώνεται | θα εξουθενωθούμε / θα εξουθενωνόμαστε | θα εξουθενωθείτε / θα εξουθενώνεστε | θα εξουθενωθούν / θα εξουθενωθούνε / θα εξουθενώνονται |
| Παρακείμενος | έχω εξουθενωθεί | έχεις εξουθενωθεί | έχει εξουθενωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξουθενωθεί | είχες εξουθενωθεί | είχε εξουθενωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξουθενωθεί / να εξουθενωθώ / να εξουθενώνομαι | να έχεις εξουθενωθεί / να εξουθενωθείς / να εξουθενώνεσαι | να έχει εξουθενωθεί / να εξουθενωθεί / να εξουθενώνεται | να εξουθενωθούμε / να εξουθενωνόμαστε | να εξουθενωθείτε / να εξουθενώνεστε | να εξουθενωθούν / να εξουθενωθούνε / να εξουθενώνονται |
| Προστακτική | — | εξουθενώνου / εξουθενώσου | — | — | εξουθενωθείτε / εξουθενώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →