εξουσίαση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξουσιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξουσίαση < εξουσιάζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξουσίαση | εξουσιάσεις |
| Γενική | εξουσίασης | εξουσιάσεων |
| Αιτιατική | εξουσίαση | εξουσιάσεις |
| Κλητική | εξουσίαση | εξουσιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →