εξουσιασμός
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξουσιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξουσιασμός < μεσαιωνική ελληνική ἐξουσιασμός < αρχαία ελληνική ἐξουσιάζω < ἐξουσία < ἔξεστι < ἐξ- + ἐστί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξουσιασμός | εξουσιασμοί |
| Γενική | εξουσιασμού | εξουσιασμών |
| Αιτιατική | εξουσιασμό | εξουσιασμούς |
| Κλητική | εξουσιασμέ | εξουσιασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →