Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξουσιαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εξουσία ή τον εξουσιαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξουσιαστικός < ελληνιστική κοινή ἐξουσιαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξουσιαστικόςεξουσιαστικήεξουσιαστικό
Γενικήεξουσιαστικούεξουσιαστικήςεξουσιαστικού
Αιτιατικήεξουσιαστικόεξουσιαστικήεξουσιαστικό
Κλητικήεξουσιαστικέεξουσιαστικήεξουσιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξουσιαστικοίεξουσιαστικέςεξουσιαστικά
Γενικήεξουσιαστικώνεξουσιαστικώνεξουσιαστικών
Αιτιατικήεξουσιαστικούςεξουσιαστικέςεξουσιαστικά
Κλητικήεξουσιαστικοίεξουσιαστικέςεξουσιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →