εξουσιοδοτώ
•
- νομικός όροςδίνω σε κάποιον την εξουσία να εκτελέσει ένα έργο, να πάρει κάποιες αποφάσεις ή να ασκήσει διοικητικές αρμοδιότητες Βικιλεξικό
- νομικός όροςδίνω σε κάποιον το δικαίωμα να υπογράψει επίσημα έγγραφα ή να εκτελέσει μια συναλλαγή αντί για μένα· του υπογράφω μια εξουσιοδότηση Βικιλεξικό
- νομικός όροςμεταβιβάζω μια αρμοδιότητα σε κάποιον αφαιρώντας την από άλλον που την είχε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξουσιοδοτώ < εξουσία + -ο- + -δοτώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική autoriser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξουσιοδοτώ | εξουσιοδοτείς | εξουσιοδοτεί | εξουσιοδοτούμε | εξουσιοδοτείτε | εξουσιοδοτούν / εξουσιοδοτούνε |
| Παρατατικός | εξουσιοδοτούσα | εξουσιοδοτούσες | εξουσιοδοτούσε | εξουσιοδοτούσαμε | εξουσιοδοτούσατε | εξουσιοδοτούσαν / εξουσιοδοτούσανε |
| Αόριστος | εξουσιοδότησα | εξουσιοδότησες | εξουσιοδότησε | εξουσιοδοτήσαμε | εξουσιοδοτήσατε | εξουσιοδοτήσαν / εξουσιοδοτήσανε / εξουσιοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα εξουσιοδοτήσω / θα εξουσιοδοτώ | θα εξουσιοδοτήσεις / θα εξουσιοδοτείς | θα εξουσιοδοτήσει / θα εξουσιοδοτεί | θα εξουσιοδοτήσουμε / θα εξουσιοδοτούμε | θα εξουσιοδοτήσετε / θα εξουσιοδοτείτε | θα εξουσιοδοτήσουν / θα εξουσιοδοτήσουνε / θα εξουσιοδοτούν / θα εξουσιοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξουσιοδοτήσει | έχεις εξουσιοδοτήσει | έχει εξουσιοδοτήσει | έχουμε εξουσιοδοτήσει | έχετε εξουσιοδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξουσιοδοτήσει | είχες εξουσιοδοτήσει | είχε εξουσιοδοτήσει | είχαμε εξουσιοδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτήσω / να εξουσιοδοτώ | να έχεις εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτήσεις / να εξουσιοδοτείς | να έχει εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτεί | να έχουμε εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτήσουμε / να εξουσιοδοτούμε | να έχετε εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτήσετε / να εξουσιοδοτείτε | να εξουσιοδοτήσουν / να εξουσιοδοτήσουνε / να εξουσιοδοτούν / να εξουσιοδοτούνε |
| Προστακτική | — | εξουσιοδότει / εξουσιοδότησε | — | — | εξουσιοδοτήστε / εξουσιοδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →