Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξουσιοδοτώ

/e.ksu.si.o.ðoˈto/ρήμα
•
  1. νομικός όροςδίνω σε κάποιον την εξουσία να εκτελέσει ένα έργο, να πάρει κάποιες αποφάσεις ή να ασκήσει διοικητικές αρμοδιότητες Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςδίνω σε κάποιον το δικαίωμα να υπογράψει επίσημα έγγραφα ή να εκτελέσει μια συναλλαγή αντί για μένα· του υπογράφω μια εξουσιοδότηση Βικιλεξικό
  3. νομικός όροςμεταβιβάζω μια αρμοδιότητα σε κάποιον αφαιρώντας την από άλλον που την είχε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξουσιοδοτώ < εξουσία + -ο- + -δοτώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική autoriser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξουσιοδοτώεξουσιοδοτείςεξουσιοδοτείεξουσιοδοτούμεεξουσιοδοτείτεεξουσιοδοτούν / εξουσιοδοτούνε
Παρατατικόςεξουσιοδοτούσαεξουσιοδοτούσεςεξουσιοδοτούσεεξουσιοδοτούσαμεεξουσιοδοτούσατεεξουσιοδοτούσαν / εξουσιοδοτούσανε
Αόριστοςεξουσιοδότησαεξουσιοδότησεςεξουσιοδότησεεξουσιοδοτήσαμεεξουσιοδοτήσατεεξουσιοδοτήσαν / εξουσιοδοτήσανε / εξουσιοδότησαν
Μέλλονταςθα εξουσιοδοτήσω / θα εξουσιοδοτώθα εξουσιοδοτήσεις / θα εξουσιοδοτείςθα εξουσιοδοτήσει / θα εξουσιοδοτείθα εξουσιοδοτήσουμε / θα εξουσιοδοτούμεθα εξουσιοδοτήσετε / θα εξουσιοδοτείτεθα εξουσιοδοτήσουν / θα εξουσιοδοτήσουνε / θα εξουσιοδοτούν / θα εξουσιοδοτούνε
Παρακείμενοςέχω εξουσιοδοτήσειέχεις εξουσιοδοτήσειέχει εξουσιοδοτήσειέχουμε εξουσιοδοτήσειέχετε εξουσιοδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εξουσιοδοτήσειείχες εξουσιοδοτήσειείχε εξουσιοδοτήσειείχαμε εξουσιοδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτήσω / να εξουσιοδοτώνα έχεις εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτήσεις / να εξουσιοδοτείςνα έχει εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτείνα έχουμε εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτήσουμε / να εξουσιοδοτούμενα έχετε εξουσιοδοτήσει / να εξουσιοδοτήσετε / να εξουσιοδοτείτενα εξουσιοδοτήσουν / να εξουσιοδοτήσουνε / να εξουσιοδοτούν / να εξουσιοδοτούνε
Προστακτική—εξουσιοδότει / εξουσιοδότησε——εξουσιοδοτήστε / εξουσιοδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →