εξοχικό
•
- δεύτερη κατοικία για τις διακοπές, συνήθως σε εξοχικό μέρος Βικιλεξικό
- τα καλοκαίρια, τα περνούσαμε στο εξοχικό μας που ήταν πλάι στη θάλασσα
- γαστρονομίακρέας ψημένο με καρυκεύματα, τυλιγμένο με αλουμινόχαρτο ή φύλλα πίτας Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.) για τους μπασκετικούς οπαδούς του Παναθηναϊκού (κατά την περίοδο που ήταν εν αναμονή της απόκτησης μόνιμης έδρας) Βικιλεξικό
- Ο Παναθηναϊκός υποδέχεται στο εξοχικό του τον Ολυμπιακό για τον πρώτο αγώνα μπάσκετ αυτής της χρονιάς (από το διαδίκτυο, 2021)
Ετυμολογία
εξοχικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εξοχικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →