Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξπρές

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταφορικό μέσο που πραγματοποιεί το δρομολόγιό του χωρίς να σταματά σε όλες τις ενδιάμεσες στάσεις ή και καθόλου, και συνεπώς φτάνει στον προορισμό του γρήγορα Βικιλεξικό
    • αν πάρεις το εξπρές για το αεροδρόμιο θα είσαι εκεί ίσως σε λιγότερο από μισή ώρα, αλλιώς, με τα άλλα λεωφορεία θα κάνεις πάνω από το διπλάσιο χρόνο

Ετυμολογία

εξπρές < (άμεσο δάνειο) γαλλική exprès < αγγλική express train

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εξπρές

επίθετο
•
  1. χαρακτηρισμός για μεταφορά, αποστολή, εξυπηρέτηση κ.λπ. που επιτελείται ταχύτερα ή πιο άμεσα από το συνηθισμένο Βικιλεξικό
    • για την αποστολή του εμβάσματος μπορείς να επιλέξεις μεταξύ της απλής και της εξπρές διαδικασίας

Ετυμολογία

εξπρές < (άμεσο δάνειο) γαλλική exprès < αγγλική express train

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εξπρές

επίρρημα
•
  1. γρήγορα, άμεσα Βικιλεξικό
    • αν στείλετε το γράμμα εξπρές θα σας κοστίσει τα τριπλά χρήματα, αλλά αύριο κιόλας θα έχει επιδοθεί στον παραλήπτη

Ετυμολογία

εξπρές < (άμεσο δάνειο) γαλλική exprès < αγγλική express train

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →