εξυπνάκιας
•
- οικείοαυτός που θέλει να κάνει τον έξυπνο, ενώ δεν είναι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξυπνάκιας < έξυπν(ος) + -άκιας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυπνάκιας | εξυπνάκηδες |
| Γενική | εξυπνάκια | εξυπνάκηδων |
| Αιτιατική | εξυπνάκια | εξυπνάκηδες |
| Κλητική | εξυπνάκια | εξυπνάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →