Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξυπνότερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πιο έξυπνος, πιο ευφυής από κάποιον άλλο (για ζωντανά πλάσματα) Βικιλεξικό
    • Τα λυκόσκυλα είναι εξυπνότερα από πολλές άλλες ράτσες, ίσως όμως όχι και από τα ημίαιμα
  2. που είναι ο πιο αποδοτικός, ο προσφορότερος, ο ενδεδειγμένος (για αφηρημένες έννοιες) Βικιλεξικό
    • Νομίζω ότι η εξυπνότερη λύση για θέρμανση σχετικά χαμηλού κόστους

Ετυμολογία

εξυπνότερος < εξυπν-ότερος, συγκριτικός βαθμός του έξυπνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυπνότεροςεξυπνότερηεξυπνότερο
Γενικήεξυπνότερουεξυπνότερηςεξυπνότερου
Αιτιατικήεξυπνότεροεξυπνότερηεξυπνότερο
Κλητικήεξυπνότερεεξυπνότερηεξυπνότερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξυπνότεροιεξυπνότερεςεξυπνότερα
Γενικήεξυπνότερωνεξυπνότερωνεξυπνότερων
Αιτιατικήεξυπνότερουςεξυπνότερεςεξυπνότερα
Κλητικήεξυπνότεροιεξυπνότερεςεξυπνότερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →