εξυπνότερος
•
- που είναι πιο έξυπνος, πιο ευφυής από κάποιον άλλο (για ζωντανά πλάσματα) Βικιλεξικό
- Τα λυκόσκυλα είναι εξυπνότερα από πολλές άλλες ράτσες, ίσως όμως όχι και από τα ημίαιμα
- που είναι ο πιο αποδοτικός, ο προσφορότερος, ο ενδεδειγμένος (για αφηρημένες έννοιες) Βικιλεξικό
- Νομίζω ότι η εξυπνότερη λύση για θέρμανση σχετικά χαμηλού κόστους
Ετυμολογία
εξυπνότερος < εξυπν-ότερος, συγκριτικός βαθμός του έξυπνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυπνότερος | εξυπνότερη | εξυπνότερο |
| Γενική | εξυπνότερου | εξυπνότερης | εξυπνότερου |
| Αιτιατική | εξυπνότερο | εξυπνότερη | εξυπνότερο |
| Κλητική | εξυπνότερε | εξυπνότερη | εξυπνότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξυπνότεροι | εξυπνότερες | εξυπνότερα |
| Γενική | εξυπνότερων | εξυπνότερων | εξυπνότερων |
| Αιτιατική | εξυπνότερους | εξυπνότερες | εξυπνότερα |
| Κλητική | εξυπνότεροι | εξυπνότερες | εξυπνότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →