εξυφαίνω
•
- λόγιοσχεδιάζω κάτι μυστικά ή ύπουλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξυφαίνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξυφαίνω. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + υφαίνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξυφαίνω | εξυφαίνεις | εξυφαίνει | εξυφαίνουμε | εξυφαίνετε | εξυφαίνουν / εξυφαίνουνε |
| Παρατατικός | εξύφαινα | εξύφαινες | εξύφαινε | εξυφαίναμε | εξυφαίνατε | εξυφαίναν / εξυφαίνανε / εξύφαιναν |
| Αόριστος | εξύφανα | εξύφανες | εξύφανε | εξυφάναμε | εξυφάνατε | εξυφάναν / εξυφάνανε / εξύφαναν |
| Μέλλοντας | θα εξυφάνω / θα εξυφαίνω | θα εξυφάνεις / θα εξυφαίνεις | θα εξυφάνει / θα εξυφαίνει | θα εξυφάνουμε / θα εξυφαίνουμε | θα εξυφάνετε / θα εξυφαίνετε | θα εξυφάνουν / θα εξυφάνουνε / θα εξυφαίνουν / θα εξυφαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξυφάνει | έχεις εξυφάνει | έχει εξυφάνει | έχουμε εξυφάνει | έχετε εξυφάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξυφάνει | είχες εξυφάνει | είχε εξυφάνει | είχαμε εξυφάνει | είχατε εξυφάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω εξυφάνει / να εξυφάνω / να εξυφαίνω | να έχεις εξυφάνει / να εξυφάνεις / να εξυφαίνεις | να έχει εξυφάνει / να εξυφάνει / να εξυφαίνει | να έχουμε εξυφάνει / να εξυφάνουμε / να εξυφαίνουμε | να έχετε εξυφάνει / να εξυφάνετε / να εξυφαίνετε | να εξυφάνουν / να εξυφάνουνε / να εξυφαίνουν / να εξυφαίνουνε |
| Προστακτική | — | εξύφαινε / εξύφανε | — | — | εξυφάνετε / εξυφαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →