εξωθούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος εξωθώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξωθούμαι | εξωθείσαι | εξωθείται | εξωθούμαστε | εξωθείστε | εξωθούνται |
| Παρατατικός | εξωθούμουν | εξωθούσουν | εξωθούνταν | εξωθούμασταν / εξωθούμαστε | εξωθούσασταν / εξωθούσαστε | εξωθούνταν |
| Αόριστος | εξωθήθηκα | εξωθήθηκες | εξωθήθηκε | εξωθηθήκαμε | εξωθηθήκατε | εξωθήθηκαν / εξωθηθήκαν / εξωθηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα εξωθηθώ / θα εξωθούμαι | θα εξωθείσαι / θα εξωθηθείς | θα εξωθείται / θα εξωθηθεί | θα εξωθηθούμε / θα εξωθούμαστε | θα εξωθείστε / θα εξωθηθείτε | θα εξωθηθούν / θα εξωθηθούνε / θα εξωθούνται |
| Παρακείμενος | έχω εξωθηθεί | έχεις εξωθηθεί | έχει εξωθηθεί | έχουμε εξωθηθεί | έχετε εξωθηθεί | έχουν εξωθηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξωθηθεί | είχες εξωθηθεί | είχε εξωθηθεί | είχαμε εξωθηθεί | είχατε εξωθηθεί | είχαν εξωθηθεί |
| Υποτακτική | να έχω εξωθηθεί / να εξωθηθώ / να εξωθούμαι | να έχεις εξωθηθεί / να εξωθείσαι / να εξωθηθείς | να έχει εξωθηθεί / να εξωθείται / να εξωθηθεί | να έχουμε εξωθηθεί / να εξωθηθούμε / να εξωθούμαστε | να έχετε εξωθηθεί / να εξωθείστε / να εξωθηθείτε | να έχουν εξωθηθεί / να εξωθηθούν / να εξωθηθούνε / να εξωθούνται |
| Προστακτική | — | εξωθήσου | — | — | εξωθείστε / εξωθηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →