εξωκαρδιακός
•
- που βρίσκεται, προέρχεται ή εκδηλώνεται έξω από την καρδιά και δεν αφορά άμεσα τη δομή ή τη λειτουργία της Βικιλεξικό
- ιατρικήπου σχετίζεται με παθολογικές καταστάσεις, αίτια ή επεμβάσεις εκτός της καρδιάς, χωρίς να αποτελεί πρωτογενώς καρδιακό φαινόμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξωκαρδιακός < εξω- + καρδιακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική extracardiaque ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική extracardial)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωκαρδιακός | εξωκαρδιακή | εξωκαρδιακό |
| Γενική | εξωκαρδιακού | εξωκαρδιακής | εξωκαρδιακού |
| Αιτιατική | εξωκαρδιακό | εξωκαρδιακή | εξωκαρδιακό |
| Κλητική | εξωκαρδιακέ | εξωκαρδιακή | εξωκαρδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωκαρδιακοί | εξωκαρδιακές | εξωκαρδιακά |
| Γενική | εξωκαρδιακών | εξωκαρδιακών | εξωκαρδιακών |
| Αιτιατική | εξωκαρδιακούς | εξωκαρδιακές | εξωκαρδιακά |
| Κλητική | εξωκαρδιακοί | εξωκαρδιακές | εξωκαρδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →