εξωκοινοτικός
•
- γενικότεραπου βρίσκεται ή αναπτύσσεται έξω από τα όρια μιας κοινότητας, ομάδας ή συλλογικού οργανισμού και δεν αφορά τις σχέσεις μεταξύ των μελών του Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου σχετίζεται με κράτη, πρόσωπα, αγαθά ή δραστηριότητες προερχόμενα από χώρες που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξωκοινοτικός < εξω- + κοινοτικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική extracommunautaire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωκοινοτικός | εξωκοινοτική | εξωκοινοτικό |
| Γενική | εξωκοινοτικού | εξωκοινοτικής | εξωκοινοτικού |
| Αιτιατική | εξωκοινοτικό | εξωκοινοτική | εξωκοινοτικό |
| Κλητική | εξωκοινοτικέ | εξωκοινοτική | εξωκοινοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωκοινοτικοί | εξωκοινοτικές | εξωκοινοτικά |
| Γενική | εξωκοινοτικών | εξωκοινοτικών | εξωκοινοτικών |
| Αιτιατική | εξωκοινοτικούς | εξωκοινοτικές | εξωκοινοτικά |
| Κλητική | εξωκοινοτικοί | εξωκοινοτικές | εξωκοινοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →