Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξωκοινοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γενικότεραπου βρίσκεται ή αναπτύσσεται έξω από τα όρια μιας κοινότητας, ομάδας ή συλλογικού οργανισμού και δεν αφορά τις σχέσεις μεταξύ των μελών του Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου σχετίζεται με κράτη, πρόσωπα, αγαθά ή δραστηριότητες προερχόμενα από χώρες που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξωκοινοτικός < εξω- + κοινοτικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική extracommunautaire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωκοινοτικόςεξωκοινοτικήεξωκοινοτικό
Γενικήεξωκοινοτικούεξωκοινοτικήςεξωκοινοτικού
Αιτιατικήεξωκοινοτικόεξωκοινοτικήεξωκοινοτικό
Κλητικήεξωκοινοτικέεξωκοινοτικήεξωκοινοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωκοινοτικοίεξωκοινοτικέςεξωκοινοτικά
Γενικήεξωκοινοτικώνεξωκοινοτικώνεξωκοινοτικών
Αιτιατικήεξωκοινοτικούςεξωκοινοτικέςεξωκοινοτικά
Κλητικήεξωκοινοτικοίεξωκοινοτικέςεξωκοινοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →