Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξωλογιστικώς

/e.kso.lo.ʝi.stiˈkos/επίρρημα
•
  1. με εξωλογιστικό τρόπο, εξωλογιστικά Βικιλεξικό
  2. : ※ Το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία και στοιχεία πρώτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, καθώς και των επιχειρήσεων που δεν τηρούν βιβλία και στοιχεία ή τηρούν ανακριβή ή ανεπαρκή βιβλία και στοιχεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ΚΒΣ, προσδιορίζεται εξωλογιστικώς με πολλαπλασιασμό των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης με ειδικούς, κατά γενικές κατηγορίες επιχειρήσεων, συντελεστές καθαρού κέρδους (Ν 2238/1994 :: Άρθ. 32. — Εξωλογιστικός προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος epixeirisi.gr, ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ, Ν. 2238/1994, http://epixeirisi.gr/actions/lemma/?item_id=4758059) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξωλογιστικώς < εξωλογιστικ(ός) + λόγιο επίθημα για επιρρήματα -ώς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →