Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξωμοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εξωμοσία ή εξωμότη ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξωμοτικός < εξωμότης + ῑκός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωμοτικόςεξωμοτικήεξωμοτικό
Γενικήεξωμοτικούεξωμοτικήςεξωμοτικού
Αιτιατικήεξωμοτικόεξωμοτικήεξωμοτικό
Κλητικήεξωμοτικέεξωμοτικήεξωμοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωμοτικοίεξωμοτικέςεξωμοτικά
Γενικήεξωμοτικώνεξωμοτικώνεξωμοτικών
Αιτιατικήεξωμοτικούςεξωμοτικέςεξωμοτικά
Κλητικήεξωμοτικοίεξωμοτικέςεξωμοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →