Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξωνάρθηκας

/e.ksoˈnaɾ.θi.kas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχιτεκτονικήχώρος με στέγαστρο στη δυτική πλευρά χριστιανικών ναών πριν τον εσωνάρθηκα Βικιλεξικό
    • Ὁ ἐξωνάρθηκας τοῦ καθολικοῦ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ κατεδαφίστηκε ἀπὸ τοὺς μοναχούς, στὰ τέλη τοῦ 19^(ου) αἰῶνα μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἀποτελοῦσε κτίσμα τῆς Τουρκοκρατίας.
    • Ο Έλγιν επισκέφθηκε το μοναστήρι στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Τότε άρπαξε τρεις από τους τέσσερις ιωνικούς κίονες, οι οποίοι στήριζαν τα τοξωτά ανοίγματα της πρόσοψης του εξωνάρθηκα του Καθολικού της Μονής.

Ετυμολογία

εξωνάρθηκας < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐξωνάρθηξ. Συγχρονικά αναλύεται σε εξω- + νάρθηκας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξωνάρθηκαςεξωνάρθηκες
Γενικήεξωνάρθηκαεξωναρθήκων
Αιτιατικήεξωνάρθηκαεξωνάρθηκες
Κλητικήεξωνάρθηκαεξωνάρθηκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →