Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξωπολιτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου αφορά την εξωτερική πολιτική Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςπου γίνεται ή συμβαίνει έξω από το πεδίο της πολιτικής και τις συνηθισμένες πολιτικές διαδικασίες Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοεξωπολιτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξωπολιτικός < εξω- + πολιτικός ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική außenpolitisch)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωπολιτικόςεξωπολιτικήεξωπολιτικό
Γενικήεξωπολιτικούεξωπολιτικήςεξωπολιτικού
Αιτιατικήεξωπολιτικόεξωπολιτικήεξωπολιτικό
Κλητικήεξωπολιτικέεξωπολιτικήεξωπολιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωπολιτικοίεξωπολιτικέςεξωπολιτικά
Γενικήεξωπολιτικώνεξωπολιτικώνεξωπολιτικών
Αιτιατικήεξωπολιτικούςεξωπολιτικέςεξωπολιτικά
Κλητικήεξωπολιτικοίεξωπολιτικέςεξωπολιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →