εξωπολιτικός
•
- νεολογισμόςπου αφορά την εξωτερική πολιτική Βικιλεξικό
- νεολογισμόςπου γίνεται ή συμβαίνει έξω από το πεδίο της πολιτικής και τις συνηθισμένες πολιτικές διαδικασίες Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοεξωπολιτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξωπολιτικός < εξω- + πολιτικός ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική außenpolitisch)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωπολιτικός | εξωπολιτική | εξωπολιτικό |
| Γενική | εξωπολιτικού | εξωπολιτικής | εξωπολιτικού |
| Αιτιατική | εξωπολιτικό | εξωπολιτική | εξωπολιτικό |
| Κλητική | εξωπολιτικέ | εξωπολιτική | εξωπολιτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωπολιτικοί | εξωπολιτικές | εξωπολιτικά |
| Γενική | εξωπολιτικών | εξωπολιτικών | εξωπολιτικών |
| Αιτιατική | εξωπολιτικούς | εξωπολιτικές | εξωπολιτικά |
| Κλητική | εξωπολιτικοί | εξωπολιτικές | εξωπολιτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →