εξωστρεφής
•
- που δεν κρατάει μέσα του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του αλλά τα εξωτερικεύει Βικιλεξικό
- Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
εξωστρεφής < έξω + -στρεφής < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική extravertiert
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωστρεφής | εξωστρεφής | εξωστρεφές |
| Γενική | εξωστρεφούς | εξωστρεφούς | εξωστρεφούς |
| Αιτιατική | εξωστρεφή | εξωστρεφή | εξωστρεφές |
| Κλητική | εξωστρεφή / εξωστρεφής | εξωστρεφής | εξωστρεφές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωστρεφείς | εξωστρεφείς | εξωστρεφή |
| Γενική | εξωστρεφών | εξωστρεφών | εξωστρεφών |
| Αιτιατική | εξωστρεφείς | εξωστρεφείς | εξωστρεφή |
| Κλητική | εξωστρεφείς | εξωστρεφείς | εξωστρεφή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →