Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξωσχολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προέρχεται έξω από το σχολείο ή συμβαίνει έξω ή ανεξάρτητα απ’ αυτό Βικιλεξικό
    • Μελετούσα πολύ, κυρίως εξωσχολικά βιβλία που στοίβαζε στο δωμάτιό του ο Θεοκλής, αλλά δεν είχα καμία έφεση για σπουδές. (Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Θεοκλής [διήγημα], 2004)
    • Έτσι λοιπόν, από το 1958, ως «τεντιμπόηδες» χαρακτηρίζονταν γενικά όσοι έφηβοι παρέκλιναν από τον καθιερωμένο κώδικα σχολικής και εξωσχολικής συμπεριφοράς, ένδυσης και ψυχαγωγίας. (Ιωάννα Μάρκου, Νεανικές Υποκουλτούρες Κατά Τη Διάρκεια Της Δικτατορίας Των Συνταγματαρχών, Πρωτεύουσα διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, 2012, σελ. 123, 124 http://ikee.lib.auth.gr/record/129241/files/GRI-2012-8693.pdf)

Ετυμολογία

εξωσχολικός < εξω- + σχολικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωσχολικόςεξωσχολικήεξωσχολικό
Γενικήεξωσχολικούεξωσχολικήςεξωσχολικού
Αιτιατικήεξωσχολικόεξωσχολικήεξωσχολικό
Κλητικήεξωσχολικέεξωσχολικήεξωσχολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξωσχολικοίεξωσχολικέςεξωσχολικά
Γενικήεξωσχολικώνεξωσχολικώνεξωσχολικών
Αιτιατικήεξωσχολικούςεξωσχολικέςεξωσχολικά
Κλητικήεξωσχολικοίεξωσχολικέςεξωσχολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →