Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξωσωματική γονιμοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιατρική διαδικασία της γονιμοποίησης ενός γυναικείου ωαρίου στο εργαστήριο (in vitro), ώστε αργότερα αυτό να εμφυτευτεί στη μήτρα της μητέρας για να συνεχιστεί εκεί η κύηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξωσωματική γονιμοποίηση < → δείτε τη λέξη εξωσωματικός και γονιμοποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξωσωματική γονιμοποίησηεξωσωματικη γονιμοποιήσεις
Γενικήεξωσωματική γονιμοποίησηςεξωσωματικη γονιμοποιήσεων
Αιτιατικήεξωσωματική γονιμοποίησηεξωσωματικη γονιμοποιήσεις
Κλητικήεξωσωματική γονιμοποίησηεξωσωματικη γονιμοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →