εξωτερικεύω
•
- εκδηλώνω τα αισθήματα και τις σκέψεις μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξωτερικεύω < εξωτερικός + -εύω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική extérioriser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξωτερικεύω | εξωτερικεύεις | εξωτερικεύει | εξωτερικεύουμε | εξωτερικεύετε | εξωτερικεύουν / εξωτερικεύουνε |
| Παρατατικός | εξωτερίκευα | εξωτερίκευες | εξωτερίκευε | εξωτερικεύαμε | εξωτερικεύατε | εξωτερίκευαν / εξωτερικεύαν / εξωτερικεύανε |
| Αόριστος | εξωτερίκευσα | εξωτερίκευσες | εξωτερίκευσε | εξωτερικεύσαμε | εξωτερικεύσατε | εξωτερίκευσαν / εξωτερικεύσαν / εξωτερικεύσανε |
| Μέλλοντας | θα εξωτερικεύσω / θα εξωτερικεύω | θα εξωτερικεύεις / θα εξωτερικεύσεις | θα εξωτερικεύει / θα εξωτερικεύσει | θα εξωτερικεύουμε / θα εξωτερικεύσουμε | θα εξωτερικεύετε / θα εξωτερικεύσετε | θα εξωτερικεύουν / θα εξωτερικεύουνε / θα εξωτερικεύσουν / θα εξωτερικεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξωτερικεύσει | έχεις εξωτερικεύσει | έχει εξωτερικεύσει | έχουμε εξωτερικεύσει | έχετε εξωτερικεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξωτερικεύσει | είχες εξωτερικεύσει | είχε εξωτερικεύσει | είχαμε εξωτερικεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξωτερικεύσει / να εξωτερικεύσω / να εξωτερικεύω | να έχεις εξωτερικεύσει / να εξωτερικεύεις / να εξωτερικεύσεις | να έχει εξωτερικεύσει / να εξωτερικεύει / να εξωτερικεύσει | να έχουμε εξωτερικεύσει / να εξωτερικεύουμε / να εξωτερικεύσουμε | να έχετε εξωτερικεύσει / να εξωτερικεύετε / να εξωτερικεύσετε | να εξωτερικεύουν / να εξωτερικεύουνε / να εξωτερικεύσουν / να εξωτερικεύσουνε |
| Προστακτική | — | εξωτερίκευε / εξωτερίκευσε | — | — | εξωτερικεύετε / εξωτερικεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →